Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μανιφεστα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μανιφεστα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η στιγμή έφτασε

... για να βγάλω επιτέλους από μέσα μου κάτι που με έτρωγε για χρόνια. Κάτι το οποίο ΞΕΡΩ πως νιώθουν πολλοί μα φοβούνται πως είναι μόνοι τους, κάτι που αναδύεται συχνά σε συζητήσεις μα καλύπτεται γρήγορα κάτω από ένοχα βλέμματα, άβολες σιωπές και υπόνοιες πως, αυτός που το είπε, πρέπει να τουφεκιστεί στο Γουδί για εθνική προδοσία. Το παίρνω πάνω μου, λοιπόν, και κάνω την αρχή.

Μισώ τους Κύπριους.

Ορίστε, το 'πα. Και το timing για να σηκώσω το λάβαρο του αντι-κυπριωτισμού, δεν μπορούσε να είναι καλύτερο. Επειδή, ακριβώς απόψε, κάθε βάζελος στέλνει την αρνητική του ενέργεια προς το νησί -και συγκεκριμένα την Ανόρθωση, αυτόν τον συνδυασμό υπερφυσικής κωλοφαρδίας και ιογενούς ποδοσφαιρικής ασχήμιας, που σκαπουλάρει τις αναμενόμενες ήττες με έναν τρόπο προσβλητικό για την κοινή λογική.

Απόψε λοιπόν, που ένα σεβαστό μέρος του πληθυσμού τολμά να ευχηθεί κακά πράγματα για αδελφούς Κύπριους, λέω να ανάψω το φυτίλι. Να ριχτώ σε αυτό που πάντα φαντασιωνόμουν... μια μελλοντική ελληνική πραγματικότητα, στην οποία οι Κύπριοι θα έχουν γίνει οι νέοι "Πόντιοι". Εκεί που θα σαρκάζουμε τους Κύπριους όπως οι Γάλλοι τους Βέλγους και οι Γερμανοί τους Αυστριακούς: σαν μια ιμιτασιόν εκδοχή μας που την καταλαβαίνεις από την προφορά και μόνο. Οι Πόντιοι έγιναν συνώνυμο τού "ηλίθιος" και κυριάρχησαν στα ανέκδοτα, ακριβώς για αυτόν τον λόγο: δεν μίλαγαν καλά τη γλώσσα και ήταν αδύναμη μειονότητα, χωρίς όμως να είναι αλλοδαποί.

Μα τα mid-80s ήταν μια ολοκληρωτικά άλλη εποχή, λιγότερο ενοχική και σίγουρα προγενέστερη τής πολιτικής ορθότητας (ενός αγνά 90s φαινομένου). Μπορεί να φανταστεί κανείς σήμερα να βγαίνει ταινία που να χρησιμοποιεί έτσι τον όρο "Πόντιος"; Ο σχιζοφρενής συνδυασμός Βουλητωνεφηβίστικων Ανθρώπινων Δικαιωμάτων απο τη μία, και Ψωμιαδικού ταλιμπανισμού από την άλλη, θα προκαλούσε χάος. Η Συμφωνία της Γενεύης θα κραύγαζε τα δικαιώματα των μειονοτήτων -και Μακεδονόκαυλοι θα έβαζαν το εικόνισμα της Παναγίας Σουμελά στο μεσαίο ρεύμα της Εθνικής στα Τέμπη και-όποιος-έχει-άντερα-να-το-πατήσει-για-να-περάσει. Για αυτό σου λέω: Κύπριοι. Είναι κρίμα να τους βλέπει με μισό μάτι τόσος κόσμος, και κανείς να μην τολμά να το παραδεχτεί.

Μα, αν το "είσαι Πόντιος" σήμαινε "είσαι ηλίθιος", τι θα μπορούσε (ή, θα έπρεπε) να σημαίνει πχ το "μαλάκα είσαι τελείως Κύπριος"; Δεν έχω καταλήξει ακόμα, αλλά ανοίγω το διάλογο... παραθέτοντας όσα δεν θα ΄πρεπε να ξεχνώ όποτε αναφέρομαι σε Κύπριους.


- Δεν ξεχνώ πως Κύπριος=κλαψομούνης. Η κατάνυξη τού "Χρυσοπράσινου Φύλλου" και η πλύση εγκεφάλου για τα παρελθοντικά δεινά, έχει ποτίσει τούς Κύπριους με έναν μίζερο ασκητισμό που βγαίνει στην ίδια την καθημερινότητα. Οι Κύπριοι έχουν πέσει από μικροί στη μαρμίτα του μάρτυρα -και δεν υπάρχει χειρότερος εκβιασμός, από τον συναισθηματικό εκβιασμό.

- Δεν ξεχνώ πως οι Κύπριοι φοιτητές μπαίνουν σε όποια ελληνική σχολή γουστάρουν χωρίς να δώσουν λογαριασμό (ή πανελλήνιες, για την ακρίβεια). Οτι τόσα χρόνια δέχονται μυθικά κοινοτικά κονδύλια και ότι, προμοτάροντας τη δυστυχία που τους βρήκε, βρίσκονται σε "ειδικά καθεστώτα" που έχουν μετατρέψει το νησί σε μια ακόμα πιο διεφθαρμένη εκδοχή της προ-επαναστατικής Κούβας. Από τις offshore του Μιλόσεβιτς ως κάθε offshore κάθε μεγαλολαμογιάς που αποκαλύπτεται στην Ελλάδα, το καπάκι της Κύπρου συχνά σηκώνεται και οι αρουραίοι που ζουν από κάτω μάς κοζάρουν μοχθηρά.

- Δεν ξεχνώ πως -και λόγω του παραπάνω- οι Κύπριοι είναι εξοργιστικά λεφτάδες. Πραγματικό περιστατικό: Κύπριος φοιτητής προσκαλεί στο σπίτι του, ένα ρετιρέ γύρω στα 150 τετραγωνικά, ακριβώς πάνω σε μια από τις μεγαλύτερες πλατείες. "Ουάου, μαλάκα..." τού λέω, "πόσο νοίκι δίνεις για αυτό;". "Όχι ρε, το αγόρασα μόλις πέρασα Αθήνα", μου λέει.

- Δεν ξεχνώ πως οι Κύπριοι είναι πάμπλουτοι, κυνικοί εκμεταλλευτές καταστάσεων και σκανδαλωδώς προνομιούχοι... μα, ταυτόχρονα, κλαψομούνηδες. Δεν ξεχνώ, δηλαδή, πως αν η Κύπρος ήταν άνθρωπος, θα ήταν αυταπόδεικτα ο Νταλάρας.

- Δεν ξεχνώ πως η εθνική υπόσταση της Κύπρου σχεδιάστηκε από μεγα-καθάρματα σαν τον Σαμψών και τον Γρίβα, μαχαιροβγάλτες του κοινού ποινικού δικαίου που θα ανάγκαζαν τον Κάρατζιτς να πιάσει δουλειά στους ZZ Top ντροπιασμένος για το πόσο δευτεράντζας μοιάζει μπροστά τους. Ενας γνωστός του πατέρα μου, 65άρης σήμερα, είχε πάρει μέρος στην εθνοκάθαρση που επιχειρήσανε οι Ελληνοκύπριοι πριν τον Αττίλα, και μου έχει αφηγηθεί τελείως "Αποκάλυψη Τώρα" σκηνικά, με Έλληνες κομάντο που προσέγγιζαν σπίτια Τουρκοκύπριων τρεις η ώρα το πρωί, πέταγαν μέσα χειροβομβίδες, και έβλεπαν μετά χέρια μωρών να εκτοξεύονται από το παράθυρο. Θέλω να πω, σύμφωνοι: οι Τούρκοι θα έμπαιναν κάποια στιγμή στην Κύπρο. Μα από εκεί, ως το να απαγορεύεται να συζητάμε το οτι οι Τούρκοι μπήκαν και για να αποτρέψουν γενοκτονία συγγενών τους, κάτι χάνεται στον δρόμο.

Και ένα τελευταίο και τέρμα τα γεωπολιτικά: όχι άλλοι "αγνοούμενοι". Σέβομαι τους νεκρούς, μα θεωρώ προσβλητικά ύπουλο το να μην τους αποκαλούμε "νεκρούς". Το να μην μαζεύεις όλους τους πεσόντες σου μετά από μια μάχη στην οποίαν έχασες εδάφη, είναι κάτι που έχει συμβεί σε κάθε αντίστοιχη μάχη της ανθρωπότητας. Όταν όμως επιβάλεις έναν ειδικό, διφορούμενο, trademark όρο για τους συγκεκριμένους πεσόντες, κάτι προσπαθείς να μου πεις.

- Δεν ξεχνώ πως οι Κύπριοι μιλούν άλλη γλώσσα. Σοβαρά μιλάω. Οταν βρίσκονται με "καλαμαράδες" και μιλούν ελληνικά με κυπριακή προφορά, το κάνουν μόνο για το φολκλόρ. Αν τους ακούσεις να μιλάνε μεταξύ τους, δεν έχεις ιδέα τι ακούς. Και το να μιλάει κάποιος με κυπριακή προφορά, είναι -μη ντρέπεσαι, παραδέξου το- πάντα εκνευριστικό. Ακούγεται σαν ελαττωματικός Ελληνας, που ψάχνεις αν έχεις κρατήσει την απόδειξή του για να τον επιστρέψεις.

- Δεν ξεχνώ πως, κατά μεγάλη πλειοψηφία, οι Κύπριες γκόμενες είναι εμφατικά ασχημομούρες. Ευθύνεται ίσως για αυτό μια μακρά παράδοση αιμομιξίας, όπως σε κάθε άλλο αποκομμένο μέρος του πλανήτη; Δεν ξέρω. Ο συνδυασμός όμως μυτόγκας, μελαχρινής τριχοφυίας και πλουσιογκομενίστικης τρεντοσύνης, είναι πολύ μαζικός για να μείνει απαρατήρητος.

- Δεν ξεχνώ πως η Κύπρος είναι υπεύθυνη για αυτό:


(τον Χατζηγιάννη εννοούσα, αλλά ένα γαμημένο blog έχω, μη το ξεφτιλίσω. Η αλήθεια είναι πως δεν μου κάνει καρδιά να πω τίποτα κακό για το τραγούδι που τελικά έβαλα)



Τι ζόρι τραβάω, λοπόν; Κανένα, στην πραγματικότητα. Απλά, θες ρε φίλε να είσαι Κύπριος; Να είσαι. Πες το και καν' το όμως, επειδή το βολικά παρασιτικό ιδεολόγημα "Ελληνοκύπριος" παρατράβηξε. Εδώ και σαράντα χρόνια τραβιόμαστε με τους Τούρκους (και άρα ξοδεύουμε δισεκατομμύρια ευρώ σε εξοπλιστικά), για χάρη μιας χώρας που εκμεταλλεύεται το ότι μπορεί να πατάει και πάνω στον σκύλο και πάνω στην πίτα (παροιμιακό mash-up). Το πράγμα έχει φτάσει στα όριά του και έχει κακοφορμίσει: τώρα πλέον, είτε θα γίνουμε όλοι λίγο πιο ειλικρινείς να ξεμπερδεύουμε, είτε θα αρχίσουμε τα πογκρομικά ανέκδοτα για Κύπριους. Αλλός δρόμος δεν υπάρχει, επειδή το φαινόμενο της "Χώρας Που Απαιτεί Να Είναι Προτεκτοράτο" και μοναδικό σε όλον τον πλανήτη είναι, και δεν τιμά καμία από τις δύο χώρες, και το παραγαμήσαμε. Λιγότερες εθνικές βεβαιότητες, αυτό ζητάω μόνο.

Και κανα λουμπάγκο του Ιμπραΐμοβιτς, δε θα με χάλαγε.

Ένα σύντομο μανιφέστο

Χρησιμοποιώντας στο προηγούμενο κείμενο τους όρους «pop (κουλτούρα)» και «cult», οφείλω να διευκρινίσω πως τους απεχθάνομαι αμφότερους. Πρόκειται για δύο απελπιστικά σαχλά ιδεολογήματα: Πλατωνισμοί τρίτου τύπου, αλαζονικές κωλοτρυπίδες της Différance, νοητικά τρυκ για τους μεσοαστούς στη λογική τού «αφού ξεχωρίζω τι είναι μαζικό (=pop) και τι γραφικό (=cult), δεν είμαι τίποτα από τα δύο». Βρωμάει ανασφάλειες η εμμονή σε κάτι τέτοια.

Η ημερομηνία δημοσίευσης της ανάρτησης, ας μείνει υπενθύμιση αυτού που κανείς δεν θα θυμάται σε λίγο καιρό: πως αυτές τις αρχές Οκτώβρη, αυτού του έτους, το τραγούδι «Stepping Stone» της Ουαλής 60s-revivalist ονόματι Duffy, έχει αναστείλει κάποια από τα άρθρα του Συντάγματος και έχει επιβάλλει στρατιωτικό νόμο στα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις. Το MTV το προβάλλει και το ξαναπροβάλλει σαν να εξαρτάται η νεογνή του ύπαρξη από αυτό –ενώ τρεις διαφορετικοί γνωστοί μου έχουν τους στίχους του ως status στο Facebook.

Βέβαια, δεν είναι πρωτόγνωρο φαινόμενο αυτός ο μαζικός, ζομπίστικος εθισμός. Κάθε λίγους μήνες, ένα νέο τραγούδι εφαρμόζεται κολονοσκοπικά σε αυτό το τμήμα του πληθυσμού που διαθέτει αυτιά. Τραγούδια που ακούς τόσες φορές, που μουδιάζει το μέρος του εγκεφάλου σου που ελέγχει την ορθή κρίση. Τραγούδια που σε κάνουν να νιώθεις πως ήταν εκεί από πάντα, πως είναι πιο παλιά απ’ ότι στην πραγματικότητα –ώσπου περνάει η ημερομηνία λήξης τους και περνάνε στην άλλη πλευρά της μαύρης τρύπας, μαζί με τους Gnarls Barkley, το «Down on my knees», το «Beggin’», αυτό, αυτό, (ακόμα) και αυτό. Τραγούδια που κανείς δεν ξέρει αν είναι καλά ή κακά, απλά επειδή κανείς δεν έχει κουράγιο να τα ακούσει έστω-μια-ακόμη-φορά. Ωσπου κάποια από αυτά να αποκτήσουν την πατίνα του cult, οι ξεζουμισμένες Πρώην Χιτάρες είναι μια πένθιμη απάντηση στο «πού πάει η pop κουλτούρα όταν πεθαίνει».

Μα η Duffy είναι ειδική περίπτωση. Η Duffy δείχνει αποφασισμένη να μην πουλήσει καθόλου φτηνά το τομάρι της. Στο περιβόητο video clip του «Steppin’ Stone», η 24χρονη ξανθούλα εξηγεί γιατί λατρεύεται σαν μια θεότητα της Cuteοσύνης ανάμεσα στους θνητούς. Μέσα σε 3.31, ο θεατής προλαβαίνει να ερωτευτεί 5-6 απανωτές φορές το ευάλωτο κορίτσι, παρακολουθώντας τη μοναχική του ζωή σαν Πανταχού Παρών Ηδονοβλεψίας. Το σενάριο του βίντεο, χοντρικά:

Ανακούρκουδα στο κρεβάτι, με τα ματάκια της πρησμένα από τον ύπνο, ένα λευκό σεντονάκι να καλύπτει όπως-όπως τη λευκή λαχταριστή της αφρατοσύνη, η Duffy αλλάζει μελαγχολικά στο μουντό πρωινό, μαζεύει μελαγχολική τα σεντόνια, βάφει βουρκωμένη τα νύχια της, κυκλοφορεί με ένα φλυτζάνι τσάι στο στυλ «Με λένε Αρτέμη», βουλιάζει σε έναν καναπέ με άδειο βλέμμα, κοιτάει έξω από ένα παράθυρο ορφανοτροφείου, μουτζουρώνεται από μάσκαρα και δάκρυα, βάζει τις καλτσούλες και τις φουρκέτες της, κάνει ένα ύπουλο upskirt, πίνει τσάι σαν πρόσφυγας που μόλις βρήκε καταφύγιο, μένει με το σουτιέν, βάφει τα χείλη της σε ηδονικό close-up, γυρνά μόνη και εύθραυστη στους δρόμους, και (για όνομα του Θεού, ω δισκογραφική εταιρία της Duffy) τελικά καταλήγει σε ένα μπαρ όπου κοιτάει με πεινασμένο βλέμμα διάφορους random αρσενικούς.

Αλήθεια, τι παραπάνω χρειάζεται για να ξυπνήσουν τα πιο ισχυρά, ευγενή αισθήματα του θεατή; Βλέποντας το βίντεο, νιώθω την υποχρέωση να ανταποκριθώ στην οικειότητά της, να την σκεπάσω με μια κουβέρτα για να μη φοβάται και να της κάνω γλυκό, γλυκό έρωτα.

Τι δεν νιώθω; Δεν νιώθω 1) πως το ίδιο το τραγούδι σέρνεται να φτάσει ως το ρεφραίν, όπου ούτε ‘κει δεν παίρνει μπρος και 2) πως… ΟΚ, δεν είναι και τόσο top γκόμενα η Duffy. Εννοώ, τι ανάγκη θα είχε το μιγαδομεζεδάκι από τις Pussycat Dolls να γυρίσει τόσο ψυχαναγκαστικό βίντεο; Η επιλογή της δισκογραφικής εταιρίας να κάνει τόσο ξεδιάντροπο pimping στο «cute» περιτύλιγμα του προϊόντος, υπενθυμίζει το γιατί όλος ο πλανήτης ετοιμάζεται να χορέψει πάνω στον τάφο της Βιομηχανικής Δισκογραφίας. Το φτύσιμο στις όποιες φεμινιστικές κατακτήσεις είναι μικρό κακό. Το ότι μια τραγουδίστρια δέχεται να συμπεριφερθεί σαν μοντέλο σε διαφημιστικό για 090, είναι σεβαστό. Το πραγματικό θέμα είναι άλλο, όμως. Είναι ο κυνισμός μιας βιομηχανίας που πνίγηκε στην στρατηγική απληστία της, μα παραμένει αμετανόητη ως αυτές, τις τελευταίες της μέρες. Από ηθικής άποψης, το συγκεκριμένο βίντεο είναι πολύ πιο χυδαίο απ’ όλα τα ξέκωλα βίντεο του Snoop Dog μαζί.

Από την άλλη, η ίδια η ύπαρξη της Duffy είναι μια λογιστική εφεύρεση. Ένα απροκάλυπτο «ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε», στα απόνερα της Amy Winehouse. Μα η Amy είναι μια χαρισματική σπανιότητα, ένα «μυθικό κίτρινο ρωμαϊκό κερί» που και χάρη μας κάνει. Αντιγράφοντας τη μανιέρα της χωρίς να έχεις την ίδια, μένεις με μια τζούφια χαριτωμενιά στα χέρια. Το radio-friendly εμπόρευμα «Duffy» είναι λιγότερο υπερβατικό από τη Ντάστι Σπρίνγκφιλντ, ανάξιο σύγκρισης με την Αρίθα, ούτε ακριβώς Burt Bacarach ούτε ακριβώς Ronettes, εξίσου λευκό και νέγρικο, μια νεφελώδης, γενικόλογη νοσταλγία που οι αναφορές της φτάνουν το πολύ ως τον Austin Powers. Μουσικό στίγμα δεν υπάρχει, επειδή δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Το ζητούμενο για τους πιαριτζήδες της Duffy, είναι να βγάλει δύο singles και ένα άλμπουμ πριν σβήσει το hype.

Ακούγεται οικείο όλο αυτό; Είναι επειδή η μουσική βιομηχανία το έκανε από πάντα: κάθε φορά που κάποιος δημιουργός ή γκρουπ πήγαιναν λίγο πιο μπροστά τη μουσική, τα γιάπικα όρνεα αναλάμβαναν να ξεφτιλίσουν το πράγμα, φλομώνοντας την αγορά με οπορτουνιστικές κόπιες. Αρχέτυπο αυτού, φυσικά, οι κακόφημοι Monkees. Το γκρουπ που συνεστήθη χωρίς να γνωρίζουν καν τα μέλη του πώς παίζονται τα όργανά τους, με μόνο, δεδηλωμένο σκοπό, να εκμεταλλευτεί την British Invasion του ’64. Και εδώ είναι που μπαίνει στην εξίσωση η τραγική ειρωνία, που εξηγεί και σαρκάζει ταυτόχρονα το όλο φαινόμενο Duffy: 42 χρόνια πριν αυτή διεκδικήσει λίγα ψίχουλα airplay αντιγράφοντας την Amy, οι Monkees είχαν προλάβει να βγάλουν το ένα επιτυχημένο single που τους αναλογούσε, αντιγράφοντας τους Beatles. Είναι τα δύο μόνα τραγούδια που θυμάται σήμερα ο κόσμος από αυτούς: το χιλιοπαιγμένο «I’m a believer»… και στο b-side μια έξοχη ιμιτασιόν γκαραζιά που θα μπορούσε να λέγεται «Η ιστορία ως φάρσα» -μα λεγόταν, απλά, «(I’m not your) Steppin’ Stone».

top